Αρχική

Στο κύριο μέρος του blog, μπορείτε να βρείτε αναρτημένα άρθρα που αφορούν σε παρουσιάσεις, ομιλίες και δημοσιεύσεις μου γύρω από την Αρχιτεκτονική, την Αισθητική, τη Θεωρία του Αρχιτεκτονικού Σχεδιασμού, τον Αστικό Σχεδιασμό και το ειδικό κεφάλαιο Ήχος-Σιωπή-Θεολογία.

Advertisements

About the position of aesthetics in the architectural rationale: Objects and Objections

Objections

In a philosophical frame of thought, we could perceive architectural rationale as an acrobacy on the margins of the intellect, where an architectural form cannot surpass the limits of rationality. Also, architectural rationale becomes a political action of thought that brings forth critical frames for reality and an aesthetic evaluation of social facts.

Moreover, architectural rationale acts dialectically between diverse aspects of the real. On one hand we are dealing with design processes, which are argumentation procedures and very often objection to what exists. On the other hand we deal with the implemented which consists of architectural objects, specifically forms subjected to hermeneutical procedures. This dichotomy between thought and factuality brings forward the need for an aesthetic approach of architectural design, aspiring to become a holistic idea, inclusive of all possibilities.

There out, we suggest seeing architecture as designers’ activity that maintains a referential relationship to our everyday social activity. Truly, design processes are strongly anchored to the implemented. Realities of design and of society are strongly interwoven. Architecture as objection appears to establish temporary social balances in rhetoric manners and also accentuates those architectural objects, which are poetic manifestations of alternative or traditional everyday scenarios, imprinted on more or less evident spatial ways.

Both objects and objections challenge their ontological independence on a severe epistemological ground that is architecture. This again is plausible only if architecture inscribes itself in the outlines of ethics-aesthetics. Only then, architectural objects and objections become referential, i.e. named things and works of art.

*Abstract/Περίληψη της ομιλίας στο VI Μεσογειακό Συνέδριο Αισθητικής στην Φλωρεντία, 24-28/6/2014

Η «αριστοτελική» μίμηση ως εργαλείο κατά τη θέσπιση μορφολογικών κανόνων δόμησης

Mimesis_0-1

Όταν κάνουμε λόγο για πολιτιστική κληρονομιά, εγείρεται το θέμα του κατά πόσο η μίμηση των παραδοσιακών μορφών δεσμεύει την αρχιτεκτονική δημιουργία. Σε αυτό το σημείο όμως οφείλουμε να διακρίνουμε τις αυτοματοποιημένες διαδικασίες διαφόρων μιμητισμών [1] από την αριστοτελική μίμηση [2], αναδιφώντας την αυθεντική της προσέγγιση στον Αριστοτέλη, ως μίμηση πράξης και βίου, και επανατοποθετώντας την στον χώρο της ποίησης [3], από τον οποίο προέρχεται: «χαίρειν τοις μιμήμασιν».

Κατανοώντας την πραγματική δυναμική της μίμησης, καθώς και του πολιτισμικού πεδίου δράσης της, [4] καθετί νέο μπορεί να καλλιεργηθεί χωρίς να επιβάλλεται στον αρχιτέκτονα δημιουργική ακαμψία, αλλά μάλλον αίσθημα ευθύνης προς το κληροδοτούμενο.

Οπότε από τη μία πόνημα της μορφολογίας πρέπει να είναι η διαρκής σταχυολόγηση των αρχιτεκτονικών ποιημάτων και η κατασκευή ενός ικανού γνωσιοθεωρητικού περιβάλλοντος και μιας επιστημολογικής πύλης προς κάθε αρχιτεκτονικό προβληματισμό. Έργο της μίμησης από την άλλη πρέπει να είναι η αναγνώριση των κανονιστικών της μορφολογίας και αποκωδικοποίηση των δεδομένων σε όρους σχετικότητας, δηλαδή αναλογίας ρυθμολογικού περιεχομένου, αλλά και εννοιολογικής σχέσης περιεχομένου και μορφής.

 

[1] «…οι Ρωμαίοι απλώς αντιγράφουν τους ελληνικούς ρυθμούς μη κατανοώντας τη λογική τους βάση και προέλευση… Γι’ αυτό και τα κτίριά τους με τον καιρό διαβρώνονται, γιατί δεν υπάρχει βαθύτερη κατανόηση της λειτουργίας των αρχιτεκτονικών μορφών».

ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ Αντώνης, Viollet-Le-Duc: Διαλέξεις και Ελληνική Αρχιτεκτονική, Αθήνα, Στάχυ, 2000, σελ.134

[2] «…γίνεται φανερό πως η αριστοτελική μίμηση δεν είναι μια αντιγραφή αλλά μια αναπαράσταση της πραγματικότητας, στην οποία παρεμβαίνει ο συνειδησιακός κόσμος του δημιουργού, πλάθοντας ένα νέο «προϊόν» – αποτέλεσμα».

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Περί Ποιητικής, Αθήνα, Εστία, 1983, μτφρ., σχόλια: Ιω.Στ.Δρομάζου, σελ.57

[3] Ibid., σελ. 60: «Έργο της ποίησης είναι τα καθόλου… (που) είναι αποτέλεσμα αφαίρεσης την οποία επιτελεί η αριστοτελική μίμηση…».

[4]“Aristotle sees mimetic art as embedded within a cultural matrix that connects the makers, performers, and audiences of mimetic works”.

HALLIWELL Stephen, The Aesthetics of Mimesis: Ancient texts and modern problems, New Jersey, Princeton University Press, 2002, σελ. 156

*Το πλήρες άρθρο είναι δημοσιευμένο στο Τεύχος 10 του περιοδικού «αρχιτέκτονες» ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ

Η έννοια της υπεραξίας στην Αρχιτεκτονική

Barcode

Η υπεραξία είναι μία έννοια που είχε και έχει ευρύτερη απήχηση στις κοινωνικοοικονομικές σχέσεις. Ετυμολογικά και ουσιαστικά, συνδέεται με τον ακόμα  μη ακριβή προσδιορισμό της έννοιας της αξίας.

Βασικά, δύο είναι οι κύριοι τρόποι προσδιορισμού της υπεραξίας. Ο πρώτος ορισμός της στηρίζεται στην θέση του Μαρξ, όπου η έννοια της υπεραξίας συνδέεται με την παραγωγική διαδικασία. Σήμερα όμως, η υπεραξία συνδέεται με την φήμη και την πελατεία που έχει αποκτήσει ένα προϊόν στην αγορά.

Σε αντιστοιχία προς τα παραπάνω μοντέλα, η αρχιτεκτονική μπορεί να ειδωθεί ως υπεραξία, εφόσον την αντιμετωπίσουμε με δύο τρόπους, είτε ως παραγωγική διαδικασία είτε ως επιχείρηση. Στην πρώτη περίπτωση αξιολογούμε την αρχιτεκτονική μελέτη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση αποτιμούμε την αγορά της κατασκευής, μέσα στην οποία εξετάζουμε την αρχιτεκτονική ως ανταγωνιστικό προϊόν. Ως εκ τούτου, υπεραξία σε ένα αρχιτεκτόνημα προσδίδεται χάρη στους παρακάτω παράγοντες:

α) Στο περιβάλλον

β) Στη διαχρονικότητα

γ) Στην ευελιξία

δ) Στην καλλιτεχνική και αισθητική αξία

ε) Στο είδος του έργου

στ) Στην μοναδικότητα και πρωτοτυπία

ζ) Στην ποιότητα κατασκευής

η) Στην οικολογική ευαισθησία

θ) Τέλος, στην αρχιτεκτονική υπογραφή που φέρει την ποιότητα της αρχιτεκτονικής γραφής επώνυμων και αναγνωρισμένων αρχιτεκτόνων

Αρχιτεκτονικές ιστορίες και γραμμικά συμβάντα

Absence

Αρχιτεκτονικές ιστορίες και γραμμικά συμβάντα: Μια λακανική προσέγγιση του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού

Στο παρόν άρθρο, επιχειρώ μια προσέγγιση του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού από την οπτική της λακανικής θεωρητικής και ψυχαναλυτικής σκέψης. Ξεκινώντας με την υπόθεση ότι η επιθυμία του αρχιτέκτονα προσανατολίζεται προς το στοιχειώδες αντικείμενο της γραμμής, υποστηρίζω ότι η λακανική σκέψη μπορεί να γίνει αρωγός της αρχιτεκτονικής δημιουργίας, προκειμένου η αρχιτεκτονική δημιουργία ως διαδικασία να γίνεται ολοένα πιο συνειδητή.

Κατανοώντας τους λακανικούς ορισμούς των εννοιών «επιθυμία», «ο Άλλος» και η «απώλεια» του αντικειμένου της επιθυμίας, οι αρχιτέκτονες μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε ακόμη περισσότερο ότι το στοιχείο της γραμμής δεν παραπέμπει πάντοτε σε μια σκέτη γεωμετρική μορφή, αλλά στο κατεξοχήν αντικείμενο της επιθυμίας του αρχιτέκτονα. Το εργαλείο της γραμμής μας οδηγεί σε αναπαραστάσεις τμημάτων κάποιας χρονικής ροής και πράγματι μπορεί να βοηθήσει ώστε οι σχεδιαστές να βλέπουμε και να αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα με δυναμικό τρόπο, ένα γεγονός που από μόνο του αυξάνει την ηθική μας στάση απέναντι στη ζωή.

Πράγματι είναι καλό, όταν η ηθική συνοδεύει τη σχεδιαστική μας δεινότητα, αφού ένας αρχιτέκτονας υλοποιεί με τον τρόπο του καθημερινές ιστορίες, επεμβαίνοντας στο κοινωνικό, αισθητικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής, ειδάλλως στα περιβαλλοντικά συμφραζόμενα. Ως εκ τούτου, η γραμμή θεωρείται ως το αντικείμενο αυτό, το οποίο επιφορτιζόμενο με νόημα και αξία αποτελεί θεμελιώδες, αν όχι το πιο σημαντικό εργαλείο στα χέρια του αρχιτέκτονα.

Η διαδρομή που προτείνεται, επομένως, είναι ένα αυτογνωσιακό εκπαιδευτικό μονοπάτι με αρχή την «απώλεια» της γραμμής, με σκοπό ο αρχιτέκτονας να συναντήσει «το επιθυμητό», το οποίο κατά τον Λακάν ορίζεται ως η σύνδεση μεταξύ της «επιθυμίας» και του «Άλλου», ο οποίος νοείται ως το γλωσσολογικό του ασυνείδητο. Με μια τέτοια διαδρομή συνιστάται ερμηνευτική οδός που οδηγεί από το «συμβολικό» προς το «φαντασιακό», μεταξύ των οποίων αναδεικνύεται ο «Άλλος».

Η μετάβαση από την «έλλειψη», διαμέσου του «επιθυμητού» προς τον τόπο του «Άλλου», υποστηρίζω ότι αποτελεί ένα βίωμα που ενδεχομένως θα αυξήσει την ηθική ευαισθησία ενός αρχιτέκτονα, παρέχοντάς του την ελευθερία να δημιουργεί ελεύθερα, εκμεταλλευόμενος με απόλυτη θέση τις δυνατότητες της «γραμμής» που νοείται και ως δημιουργική πρόθεση. Με αυτό τον τρόπο ο αρχιτέκτονας θα πιστοποιεί ότι τα έργα του θα είναι πάντα αποτελέσματα του «παντρέματος» της δημιουργικότητάς του με τη φρόνηση, σημείο τομής για την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής.

* Το συνολικό άρθρο έχει υποβληθεί στα αγγλικά με τον τίτλο «Architectural Narratives as Line Events: A Lacanian approach to architectural design» στο περιοδικό PRAXIS

Μεταμοντέρνα ταυτότητα

Μεταμοντέρνα ταυτότητα: Το εφέ του «θολού

Στο παρόν άρθρο επιχειρείται να αιτιολογηθεί το γεγονός ότι το «θολό» αποτελεί ένα εφέ που συνοδεύει μεταμοντέρνες απόψεις του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, και φανερώνει συνεχείς προσπάθειες επαναπροσδιορισμού των επιστημολογικών και γνωσιοθεωρητικών του ορίων, παράλληλα προς τις προσπάθειες του κάθε αρχιτέκτονα-σχεδιαστή να διασαφηνίσει την επαγγελματική του ταυτότητα. Μέσα από τα φιλοσοφικά κείμενα της μεταμοντέρνας σκέψης, με το εφέ του «θολού» προοικονομείται και ένα στάδιο αναθεώρησης του «Εγώ» και αναπροσαρμογής της κοινωνίας στα πλαίσια ενός ποιητικού προσανατολισμού.

Kάνοντας λόγο για το μεταμοντέρνο πλαίσιο σκέψης, προτείνεται η προσέγγιση της έννοιας του «θολού» ως ενός εφέ που φανερώνει:

1.  ειρωνικές πλευρές του σχεδιασμού, οι οποίες φέρνουν στο προσκήνιο ζητήματα τόσο για την επαγγελματική ταυτότητα του εκάστοτε σχεδιαστή, όσο και για την ταυτότητα του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού καθεαυτού

2.  προσπάθειες που καταβάλλονται προκειμένου να αντιμετωπιστούν διάφορες αμφιβολίες που προκύπτουν πάντα κατά τη διαδικασία του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, περιγράφοντας τα αντικείμενα του σχεδιασμού και στηρίζοντας τις επιλογές με αρχιτεκτονικά επιχειρήματα

3.  την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας συμβολικής γλώσσας, με τη χρήση της οποίας κάθε σχεδιαστής θα έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί άρρητες διαστάσεις της κοινωνικής πραγματικότητας που ενδεχομένως να το οδηγήσουν σε αδιασαφήνιστα σημεία της επιστήμης του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού

Τέλος, το εφέ του «θολού» θα μπορούσε να ειδωθεί και ως εξ επί τούτου «σύμπτωμα αστιγματισμού» –ας πούμε ένα σκόπιμο θάμπωμα της συνολικής εικόνας- το οποίο όμως, ενδεχομένως θα δώσει στον εκάστοτε σχεδιαστή τη δυνατότητα να ελευθερωθεί από την πληθώρα εικόνων που του επιβάλλονται καθημερινώς από τον πολιτισμό μας, ο οποίος κυρίως βασίζεται στη όραση, απελευθερώνοντας μέσα από αυτή τη διαδικασία μέρος της δημιουργικότητάς του.

* Το συνολικό άρθρο έχει υποβληθεί στα αγγλικά με τον τίτλο «Postmodern Identity: a blurring effect» και αναμένεται η δημοσίευσή του από το περιοδικό d3:dialogue>BLUR


Κλειστοί κόσμοι και ανοιχτά συστήματα σκέψης

Κλειστοί κόσμοι και ανοιχτά συστήματα σκέψης: Ρυθμιστές αισθητικών εμπειριών (πλήρης τίτλος)

 

Στο βιβλίο του «Η Αρχιτεκτονική ως Τέχνη», ο Π.Α.Μιχελής κάνει λόγο για κλειστή και ανοιχτή μορφή, δηλαδή κατά αντιστοιχία για ένα κανονικό σχήμα που μοιάζει ισορροπημένο και τέλειο, αλλά και για μεταβατική μορφή που διαρκώς αλλάζει, εκπλήσσοντάς μας. Τόσο οι κλειστές όσο και οι ανοιχτές μορφές συλλαμβάνουν τη ζωή, δηλαδή το δυναμικό της και την αλλαγή, είτε με εξωτερική είτε με εσωτερική αναφορά προς την ύπαρξή τους. Ως εκ τούτου, επιλέγω να ορίσω την πρώτη μορφή ως κλειστό «κόσμο» και την δεύτερη μορφή ως ανοιχτό «σύστημα σκέψης», ώστε να μπορέσω να αντιπαραθέσω οτιδήποτε «είναι» προς οτιδήποτε βρίσκεται στη διαδικασία του «γίγνεσθαι».

 

Στη συνέχεια, αναλογιζόμενη την αλληλεπίδραση των δύο αυτών οντοτήτων, προσπαθώ να πετύχω το εξής τρίπτυχο, με σκοπό να σκιαγραφηθεί μια διαδρομή που οδηγεί από την αισθητική βάση του Ωραίου, με τη βοήθεια την Χάρης, προς το Υπέροχο:

 

  1. Αρχικώς, τα πράγματα, ξεπερνώντας εσωτερικές αντιφάσεις, οφείλουν να γίνουν διακριτά,
  2. έπειτα πρέπει να ονοματιστούν «ως…»
  3. και τέλος να αποκτήσουν μια σχετική μεταξύ τους ισορροπία πάνω σε κάποιο κοινό έδαφος.

Από τη μία μεριά, το Ωραίο υπηρετεί έναν αισθητικό ρόλο, διατηρώντας μια αρμονική ισορροπία. Από την άλλη όμως το Υπέροχο, προϋποθέτει την ύπαρξη μιας συναισθηματικής και υποκειμενικής βάσης και προκύπτει μέσα από τις αντιφάσεις  προκαλώντας ανεπάρκειες, δημιουργεί κενούς χώρους για την προώθηση του δυναμικού στοιχείου της ζωής.

 

Με σκοπό να υλοποιηθούν τα παραπάνω και να τοποθετηθούν τα πράγματα σε μία δυναμική θεώρηση, τόσο οι κλειστές όσο και οι ανοιχτές μορφές είναι «δεμένες» μεταξύ τους. Αυτή η σχέση γίνεται αποδεκτή ως «υποχρέωση» και «ενοχή», που εξυπηρετεί στο να γίνει υπέρβαση του ωφελιμιστικού αξιώματος: «δίνω για να μου δώσεις». Με αυτόν τον τρόπο η σχέση θα επανατοποθετηθεί σε μία νέα ερμηνευτική βάση, στην οποία θα κυριαρχεί η αναγνώριση του ουσιαστικού κίνητρου που μπορεί να κρύβεται πίσω από το αυστηρό αξίωμα μιας «χρυσής τομής».

 

Το ευκταίο παραμένει, τα ανοιχτά συστήματα να συνεχίσουν να συμβάλλουν με την συστηματική τους προσέγγιση και παράλληλα οι κλειστοί κόσμοι να συνεχίσουν να συμπυκνώνουν σε μινιατούρα το πλήρες και όλον. Με αυτή τη συμφωνία, τόσο οι αισθητικές εμπειρίες θα ρυθμίζονται, όσο θα αυξάνεται και η αίσθηση της πραγματικότητας.

*Το συνολικό άρθρο βρίσκεται στον επετειακό τόμο των Χρονικών Αισθητικής, νο.46, για τα 50 χρόνια της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής.